Όταν μνησικακείς, πρέπει να καταλάβεις ότι μνησικακείς εναντίον του εαυτού σου, όχι εναντίον άλλου. Ότι σφιχτοδένεις τα δικά σου αμαρτήματα κι όχι του αδελφού σου.

(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Η μάχη της Ακράτας.

http://eclass31.weebly.com/uploads/8/3/3/4/8334101/_5297396_orig.jpg

Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες, οι 4500 Τούρκοι της Κορίνθου που σώθηκαν από την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη, μαστιζόμενοι από την πείνα και τις αρρώστιες, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην Πάτρα.

Έτσι λοιπόν στις 4 Ιανουαρίου του 1823 περίπου 1000 από αυτούς επιβιβάζονται σε καράβια, ενώ οι υπόλοιποι 3500 ξεκινούν πεζή πορεία, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες δεν θα τους εμποδίσουν να φτάσουν στον προορισμό τους. Την επόμενη μέρα φτάνουν έξω από την Ακράτα, στη θέση «Καλύβια» όπου και στρατοπεδεύουν.

Η εξέλιξη των γεγονότων.

Στην ίδια περιοχή βρίσκονται τα στρατεύματα των Καλαβρυτινών οπλαρχηγών Σωτήρη Χαραλάμπη και Νικολάου Πετιμεζάπου όμως εξαιτίας μιας διαμάχης είναι έτοιμοι να συγκρουστούν μεταξύ τους. Τους δύο αντιπάλους καταφέρνει να συμφιλιώσει ο Ασημάκης Ζαΐμης που φτάνει εσπευσμένα εκεί μαζί με τους οπλαρχηγούς Νικόλαο Σολιώτη και Σωτήριο Θεοχαρόπουλο, και παράλληλα τους ενημερώνει για την παρουσία των Τούρκων.

Ενωμένοι πλέον οι Έλληνες και έχοντας αντιληφθεί τον κίνδυνο από την παρουσία των Τούρκων στην περιοχή αποφασίζουν να ανακόψουν την πορεία τους καταλαμβάνοντας τα γύρω υψώματα καθώς και ένα μικρό αμυντικό τείχος κοντά στις όχθες του ποταμού Κράθη. Στις 6 Ιανουαρίου οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Δελή Αχμέτ επιχειρούν προέλαση αλλά αποκρούονται και οπισθοχωρούν στην θέση «Χάνι» της Ακράτας. Την ίδια τύχη έχουν και οι επόμενες επιθέσεις των Τούρκων.

Στις 8 Ιανουαρίου φτάνουν στην περιοχή οι οπλαρχηγοί Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, και Οδυσσέας Ανδρούτσος με τους άνδρες τους, και χτυπούν τους Τούρκους από τα νώτα. Μετά από ένα περίπου μήνα, έχοντας καθηλωθεί στην συγκεκριμένη θέση και με τεράστιες απώλειες τόσο από τη μάχη όσο και από την πείνα, οι Τούρκοι αποφασίζουν να διαπραγματευτούν την παράδοσή τους. Τελικά στις 10 Φεβρουαρίου και ενώ είναι έτοιμοι να συνθηκολογήσουν, ένας μικρός στόλος 15 πλοίων υπό τον Γιουσούφ Πασά καταφέρνει να φτάσει στη δυσπρόσιτη ακτή, και μετά από σφοδρό κανονιοβολισμό των Ελληνικών θέσεων να παραλάβει όσους Τούρκους είχαν επιζήσει και να τους μεταφέρει στην Πάτρα.
 
Πηγή: stoxos.gr

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Πολεμώντας ... τα Χριστούγεννα.

Του Μανώλη Βολουδάκη

Διάβασα και μεταφέρω διορθωμένη μια κακογραμμένη μεν, αλλά σημαντική ωστόσο ιστορική αναφορά που αφορά στον εορτασμό των Χριστουγέννων.
 
Το 1950 ήταν μία από τις πρώτες χρονιές του Ψυχρού Πολέμου όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ των υπερδυνάμεων ήταν μεγάλος και άνευ κανόνων. Μία τέτοια περίπτωση ήταν η είδηση πως η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας σκόπευε να αντικαταστήσει τη γιορτή των Χριστουγέννων με τον εορτασμό των γενεθλίων του Στάλιν. Η είδηση αυτή, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε σάλο στην Ευρώπη του 1950.

Σύμφωνα με τα τότε δημοσιεύματα, τα μέσα ενημέρωσης της Ανατολικής Γερμανίας προσπαθούσαν να πείσουν τον λαό μέσα από μεθοδευμένη προπαγάνδα, ότι η γιορτή των Χριστουγέννων ήταν πια ξεπερασμένη. Η κομμουνιστική νεολαία στα σχολεία και στα Πανεπιστήμια τόνιζε το γεγονός ότι η Ανατολική Γερμανία έπρεπε να περάσει «σε ένα στάδιο εκσυγχρονισμού και αποτίναξης του θρησκευτικού σκοταδισμού». Έτσι, μαζί με την κυβέρνηση πρότειναν ο Δεκέμβριος να γίνει ο μήνας του εορτασμού των γενεθλίων του "πατερούλη". Παράλληλα, πρότειναν ο Δεκέμβριος να γίνει και ο μήνας που θα ήταν αφιερωμένος στη Γερμανο-Σοβιετική φιλία. Τα επιτεύγματα του Στάλιν προβάλλονταν συνεχώς, ενώ ο Τύπος προσπαθούσε να κατασκευάσει την "εικόνα" του ως του δημιουργού και του πατέρα της ΕΣΣΔ. Για το κομμουνιστικό καθεστώς η θρησκεία ήταν "αντίπαλος".
 
https://encrypted-tbn3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRnIIgRdHEWEY8QIz2qMS8KKch3eyJ7lbXoO-NbwaFOIcViI9Qm

 Στάλιν και Χίτλερ, δύο ηγέτες, που ο καθένας για τους δικούς του λόγους, μισούσαν τον Χριστιανισμό. Η αλήθεια είναι ότι ο Χίτλερ δεν προχώρησε σε μαζικές εκτελέσεις ρασοφόρων, κατεδαφίσεις ναών και λοιπά εγκλήματα που προχώρησε ο κομμουνισμός, αλλά με πιο εύσχημους τρόπους προσπάθησε να εισάγει τον παγανισμό στην παιδεία αντικαθιστώντας σταδιακά τον Χριστιανισμό. Επίσης όποιος ιερέας μιλούσε εναντίον του καθεστώτος φυλακιζόταν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Κατά την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου σημειώθηκαν και εκτελέσεις ιερέων και Επισκόπων.

Ωστόσο, η γιορτή των Χριστουγέννων δεν καταργήθηκε, αλλά απλά αγνοήθηκε. Τα σχολικά βιβλία ξαναγράφτηκαν χωρίς να έχουν αναφορές στην γέννηση του Χριστού. Άλλαξαν ακόμα και οι αναφορές στις χρονολογίες καθώς καταργήθηκε ο υπολογισμός με την ορολογία «προ Χριστού» και «μετά Χριστόν». Τα εργοστάσια έπαψαν να κατασκευάζουν χριστουγεννιάτικα στολίδια που παρέπεμπαν σε θρησκευτικά σύμβολα, όπως αγγελάκια, φάτνες ή άλλες φιγούρες.
 
Πολλοί ήταν αυτοί που τόνιζαν πως και στην ναζιστική Γερμανία τα Χριστούγεννα δεν ήταν αρεστά στο καθεστώς του Χίτλερ. Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου ο Χίτλερ είχε καθιερώσει τη μεγάλη γιορτή του Ναζιστικού Κόμματος για να συμπίπτει με το χειμερινό ηλιοστάσιο. Με την κίνηση αυτή τόνιζε τον παγανιστικό χαρακτήρα του κόμματος. Διοργανώνονταν γιορτές με φωτιές, πανηγυρισμοί και πομπώδεις εκδηλώσεις. Όλα αυτά στην χώρα που γεννήθηκε ο Λούθηρος και η κριτική ενάντια στον παπισμό, που τελικά οδήγησε στον Προτεσταντισμό!

Μόνο εγώ βλέπω ομοιότητες με την σημερινή πραγματικότητα στην πατρίδα μας; Μπορεί να μην φθάσαμε, ακόμα, στην ακρότητα των Σοβιετικών ή των ναζιστών Γερμανών, αλλά σκεφτήκατε ποτέ πόσο κοντά ήμαστε στην νοοτροπία τους; Αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά πως και οι σημερινοί "προοδευτικοί" δεν είναι πρωτοπόροι στις ιδέες τους, ούτε εισάγουν κάτι νέο. Επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη που έχουν κάνει μέχρι σήμερα όλοι οι πολέμιοι της Αληθείας, που δεν κατάφεραν ποτέ -και δεν πρόκειται να καταφέρουν- να ξαναγράψουν την ιστορία όπως τους συμφέρει.

Ο Χριστός γεννήθηκε και ''δίχασε'' την ιστορία στο πριν και στο μετά την Γέννησή Του, κάτι που είναι πλέον αναντίρρητο σημείο αναφοράς. Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια του αέρα που έχουν την δύναμη να σαγηνεύουν μονάχα τους ανιστόρητους ή ... τους ανόητους! 
 
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Ο στίχος «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» στη λατρεία. Η θεολογική ερμηνεία και η χρήση του.

http://www.eleftherotria.gr/img_panagia/elef_re.jpg

Γεωργίου Ζαραβέλα-Θεολόγου, ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ
 
Ο στίχος «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» συνιστά μία από τις πλέον αγαπητές και λαοφιλείς εκφράσεις τιμής και δέησης προς τη Θεοτόκο. Η γένεσή του δεν μπορεί να αναχθεί χρονικά σε συγκεκριμένη περίοδο.
 
Η αρχαιότερη μαρτυρία ύπαρξής του απαντάται τον ΙΔ’ αι., στον κώδικα Αθηνών 2062, φ. 95. Η απουσία του σε αρχαιότερες πηγές δεν δηλώνει την προγενέστερη ανυπαρξία του, τουλάχιστον, όμως, μαρτυρά ότι δεν βρισκόταν σε λειτουργική χρήση, παρά μόνο ως στοιχείο της λαϊκής θρησκευτικότητας και λατρείας.

Η θεολογική σημασία του στίχου έχει δεχθεί διαχρονικά ποικίλη κριτική, η οποία μπορεί να περιγραφεί πλήρως στις ακόλουθες δύο θέσεις:

α) Ο στίχος «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού ενέχει δογματική κακοδοξία. Η σωτηρία του ανθρώπου είναι αποκλειστικά έργο του Θεού και αντικείμενο του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, μέσω της ενανθρώπησης και του απολυτρωτικού έργου του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδας, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να σώσει τον άνθρωπο και κανείς άλλος δεν έχει αντίστοιχη δύναμη, όπως μαρτυρά και ο προφήτης Ησαΐας: «δίκαιος καὶ σωτήρ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ» (Ησ. με’, 22). Η θέση αυτή είναι δογματικά ορθή, αλλά απόλυτη, αφού:

β) Ο στίχος αυτός δεν πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο της οντολογικής σωτηρίας του ανθρώπου, αλλά η έννοια της σωτηρίας πρέπει να αποδίδεται ως συμβολή των δημιουργημάτων στη σωτηρία, την οποία ενεργεί ο Θεός. Ο άνθρωπος είναι όργανο και συνεργός του Θεού στο έργο της σωτηρίας, μέσα από το λόγο και την προσευχή-δέηση προς Εκείνον. Οι πιστοί, επιπλέον, ως ζώντα μέλη της Εκκλησίας οικοδομούν και στηρίζουν ο ένας τον άλλο, βοηθώντας τους αδελφούς τους στην πορεία προς τη σωτηρία. Υπό την έννοια αυτή, η ανωτέρω θεομητορική φράση δεν αντιβαίνει στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού η Θεοτόκος συνεργεί στη σωτηρία του ανθρώπου, χωρίς να έχει τη δύναμη να την ενεργήσει εκείνη.

 
Ο θεομητορικός στίχος παραλλάσσεται ενίοτε από κληρικούς ή λαϊκούς, προσθέτοντας στο τέλος της φράσης τον προσδιορισμό «ταῖς πρεσβείαις σου» ή διαμορφώνοντάς την σε:«Ὑπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν». Οι επιλογές αυτές είναι απορριπτέες, αφού είναι νεώτερες εκδοχές της αρχικής, δεν προσφέρουν τίποτα ιδιαίτερο διευκρινίζοντας την πρωτότυπη φράση, προκαλούν όσους αρνούνται την δογματική ορθότητά της και κομίζουν στη λατρεία περιττά στοιχεία.

Η δογματική ορθότητα της φράσης αυτής τεκμηριώνεται και από τη χρήση του όρου σώζω με τη δεύτερη έννοια σε πολλά σημεία, όπως:
α) Αγία Γραφή. Σε αυτή υπάρχουν πολλές μαρτυρίες του όρου «σώζω» ως συμμετοχής του ανθρώπου στο έργο της σωτηρίας του από το Θεό, όπως για παράδειγμα οι στίχοι: Α’ Κορ. ζ’,16 και θ’,22, Ρωμ. ια’,14, Ιακ. ε’,20, Ιούδα 22-23.

β) Υμνογραφική παραγωγή. Πολλοί υμνογράφοι χρησιμοποιούν στα προϊόντα της γραφίδας τους τον όρο «σώζω», ενώ αναφέρονται στη Θεοτόκο και άλλα ιερά πρόσωπα. Οι αναφορές αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανεκτές ως υπερβολή, αποστροφή ή χρησιμοποιούμενες στο πλαίσιο του σχήματος της ποιητικής αδείας. Η αιτίαση αυτή μπορεί να είναι εύλογη και θεμιτή, αλλά η θεολογική επάρκεια των υμνογράφων και η στέρεη πίστη τους στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τις σχετικές περί σωτηρίας αναφορές τους.

γ) Πατερική γραμματεία. Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ανάλογες φράσεις στα μη ποιητικά συγγράμματά τους, οι οποίες σε πρώτη όψη ενέχουν δογματικά σφάλματα, αλλά εάν εξεταστούν με τη δεύτερη ερμηνεία δεν αντιβαίνουν στην εκκλησιαστική διδασκαλία. Ανάλογες φράσεις χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Συμεών Θεσσαλονίκης, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως ακραιφνείς θιασώτες του ορθοδόξου δόγματος.

Η θεομητορική φράση, επομένως, διατυπώνει ορθά τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και καλώς συμπεριλαμβάνεται στη λατρεία, όπου, όμως, αυτό προβλέπεται. Η χρήση της φράσης στη λατρεία είναι σίγουρα νεώτερη (όχι πολύ νωρίτερα από τον ΙΔ’ αι.).
Η αρχαιότερη γνωστή αναφορά της στον αθηναϊκό κώδικα 2062 την τοποθετεί ως πρόψαλμα του ειρμού της θ’ ωδής του κανόνα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού(«Μυστκός εἶ Θεοτόκε Παράδεισος»). 
 
Το Τυπικό της ΜΧΕ ορίζει τον θεομητορικό στίχο ως αρμόδιο για:
 
α) τα θεομητορικά τροπάρια-θεοτοκία των κανόνων,
 
β) τα τροπάρια των θεοτοκίων κανόνων των θεομητορικών εορτών και του βιβλίου της Παρακλητικής. Η θεομητορική φράση χρησιμοποιείται ως στίχος των τροπαρίων του Ακαθίστου Ύμνου και των Παρακλητικών Κανόνων, με επίδραση από τις σχετικές σε άλλους θεομητορικούς κανόνες αναφορές του Τυπικού.

Η χρήση της φράσης «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» είναι αποδεκτή σε συγκεκριμένα σημεία της λατρείας. Η ύπαρξή της, αντίθετα, σε επιπλέον μέρη της αποτελεί πρόβλημα της τελετουργικής. Πολλοί ιεροψάλτες ή απλά ευσεβείς πιστοί συνηθίζουν να ψάλλουν τη θεομητορική φράση κάθε φορά που ο λειτουργός (διάκονος ή ελλείψει αυτού πρεσβύτερος) εκφωνεί τη δέηση «Της Παναγίας αχράντου», κινούμενοι από ευλάβεια προς τη Θεοτόκο.

Οι ρίζες αυτής της πρακτικής βρίσκονται στη λαϊκή θρησκευτικότητα. Οι πιστοί συνήθιζαν, αρχικά, να ψελλίζουν κατά μόνας τη θεομητορική φράση, ενόσω ο λειτουργός απέδιδε τη δέηση. Η αρχική ψιθυριστή εκδοχή της φράσης παρεμβλήθηκε αργότερα στη λατρεία και συνηθίζεται να λέγεται εκφώνως από τον ίδιο τον ιεροψάλτη. Μα αντίστοιχο τρόπο παρεισέφρησε στη Θεία Λειτουργία το Μεγαλυνάριο της Θεοτόκου «Άξιον εστί», μετά την επισφραγιστική της Αγίας Αναφοράς εκφώνηση «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου». Η μελώδηση του Μεγαλυναρίου κατάφερε να παγιωθεί και να ενταχθεί στη λατρεία, σε αντίθεση με τον υπό εξέταση θεομητορικό στίχο.

Η παρεμβολή του στίχου «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» στην εκφώνηση του λειτουργού είναι σίγουρα απορριπτέα.
 
Η επιχειρηματολογία σχετικά με την αστοχία της πράξης αυτής συνοψίζεται στα εξής:
 
α) δεν υπάρχει καμία αναφορά στις χειρόγραφες και έντυπες πηγές,
 
β) αποτελεί μεταγενέστερη συνήθεια, η οποία δεν έχει ερείσματα στη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, για την οποία είναι τελείως άγνωστη
 
γ) συνιστά επίδραση της λαϊκής ευσέβειας και όχι στοιχείο της δομής της λατρείας, 
 
δ) διακόπτει άσκοπα την προς το λαό προτροπή του λειτουργού, καλύπτοντας ενίοτε τη φωνή του και
 
ε) επισκιάζει το ακριβές νόημα της δέησης και προτροπής.

Η εκφώνηση του λειτουργού δεν στοχεύει στην εξύμνηση των χαρίτων της Θεομήτορος με τους προσδιορισμούς που της αποδίδει, ούτε στην εξύμνηση των αγίων που μνημονεύονται μετά από εκείνη. Το πραγματικό νόημά της είναι η καθολική παράθεση-αφιέρωση των μελών της σύναξης στα χέρια του Χριστού, ζητώντας ταυτόχρονα τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των αγίων. Η παρεμβολή της θεομητορικής φράσης «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» μεταθέτει το βάρος της εκφώνησης από τον Κύριο στη Θεομήτορα, αλλοιώνοντας το αυθεντικό περιεχόμενο της εκφώνησης.

Η χρήση του θεομητορικού στίχου, επομένως, είναι θεμιτή στα αρμόδια σημεία της Θείας Λατρείας. Η παρεμβολή του, όμως, στη σχετική εκφώνηση του λειτουργού κατά τη διάρκεια της Συναπτής δεν ανήκει στα αποδεκτά σημεία. Η λαϊκή ευσέβεια είναι σαφέστατα σεβαστή και αξιέπαινη, χωρίς αυτό να δηλώνει ότι έχει την αυθεντία και μπορεί να μεταπλάθει ακαθόριστα τη δομή της λατρείας. Η διάκριση και η μελέτη της λατρείας είναι θεραπευτικός παράγοντας για διάφορες παρανοήσεις. Κάθε στοιχείο της έχει τη δική του αξία και μοναδικότητα και καθίσταται ωφέλιμο για τον πιστό στη θέση που του αναλογεί, ενώ μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα αλλαχού, διαστρεβλώνοντας και μη προσφέροντας τίποτα ουσιαστικό στην αυθεντικότητα της λατρείας του Κυρίου. 
 
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Λόγος εν ταις Καλάνδαις.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως.
 
Ο ευάρεστος κατά Θεόν εορτασμός της πρωτοχρονιάς και η πλάνη της εκ του πονηρού ευφροσύνης κατά τις ημέρες των εορτών.
 
Θα σου πάει καλά όλη η χρονιά, όχι αν μεθάς την πρώτη του μηνός, αλλά αν και την πρώτη του μηνός και κάθε μέρα κάνεις αυτά που αρέσουν στον Θεό. Διότι η ημέρα γίνεται κακή ή καλή όχι από τη δική της φύση, αφού δε διαφέρει η μια μέρα από την άλλη, αλλά από τη δική μας επιμέλεια ή ραθυμία.
 
Αν κάνεις την αρετή, σου έγινε καλή η μέρα. Αν κάνεις την αμαρτία, έγινε κακή και γεμάτη κόλαση. Αν εμβαθύνεις σ' αυτά κι έχεις αυτές τις διαθέσεις, θα 'χεις καλή όλη τη χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ελεημοσύνες. Αν όμως αμελείς την προσωπική σου αρετή κι εμπιστεύεσαι την ευφροσύνη της ψυχής σου στις αρχές των μηνών και στους αριθμούς των ημερών, θα ερημωθείς απ' όλα τα αγαθά σου.
 
Αυτό, λοιπόν, επειδή το αντιλήφθηκε ο διάβολος κι επειδή φροντίζει να καταλύσει τους κόπους μας για την αρετή και να σβήσει την προθυμία της ψυχής, μας έμαθε να βάζουμε στις μέρες την ετικέτα της ευτυχίας ή της δυστυχίας.
 
Ένας που έπεισε τον εαυτό του ότι η ημέρα είναι κακή ή καλή, ούτε στην κακή θα φροντίσει για καλά έργα, διότι τάχα άδικα τα κάνει όλα και χωρίς σε τίποτα να ωφελήσει, εξαιτίας της κακορίζικης ημέρας ούτε στην καλή πάλι θα το κάνει αυτό, διότι τάχα σε τίποτα δεν τον εμποδίζει η προσωπική του ραθυμία, εξαιτίας της καλορίζικης ημέρας, κι έτσι και από τις δύο πλευρές θα προδώσει τη σωτηρία του.
 
Κι άλλοτε μεν διότι δήθεν ανώφελα κοπιάζει, άλλοτε διότι δήθεν περιττά, θα ζήσει μέσα στην αργία και την πονηριά. Γνωρίζοντας λοιπόν αυτό, πρέπει να αποφεύγουμε τις μεθοδείες του διαβόλου και να βγάλουμε από το νου μας αυτήν την ιδέα και να μην προσέχουμε τις μέρες ούτε να μισούμε τη μία και ν' αγαπούμε την άλλη...
 
Ο χριστιανός δεν πρέπει να γιορτάζει μόνο μήνες ούτε πρωτομηνιές ούτε Κυριακές, αλλά σ' όλη του τη ζωή να έχει τη γιορτή που του πρέπει. Και ποια γιορτή του πρέπει; Ας ακούσουμε τον Παύλο που λέει«Ώστε εορτάζωμεν μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας, αλλ' εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας»(Α' Κορ 5,8).
 
Όταν λοιπόν έχεις καθαρή τη συνείδηση, έχεις πάντα γιορτή τρέφεσαι με καλές ελπίδες και εντρυφάς στην προσδοκία των μελλόντων αγαθών ' όπως, όταν δεν έχεις παρρησία κι έχεις πέσει σε πολλά αμαρτήματα, ακόμη κι αν είναι μύριες γιορτές και πανηγύρια δεν θα 'σαι σε καθόλου καλύτερη θέση από εκείνους που πενθούν. Διότι, τί όφελος έχω εγώ από τη λαμπρή μέρα, όταν τη ψυχή μου τη σκοτίζει η συνείδηση;
 
Αν λοιπόν θέλεις να 'χεις και κάποιο κέρδος από την πρωτομηνιά, κάνε το εξής :
 
Όταν βλέπεις ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος, ευχαρίστησε τον Κύριο, διότι σ' έβαλε σ' αυτήν την περίοδο των ετών. Δημιούργησε κατάνυξη στην καρδιά σου, ξαναλογάριασε τον χρόνο της ζωής σου, πες στον εαυτόν σου :
 
Οι μέρες τρέχουν και περνούν, τα χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος του δρόμου προχωρήσαμε. Άραγε τί καλό κάναμε; Μήπως άραγε φύγουμε από δω άδειοι κι απογυμνωμένοι από κάθε αρετή; Το δικαστήριο είναι κοντά, η ζωή μας τρέχει προς το γήρας. 
 
Λόγος εν ταις Καλάνδαις, (Απόσπασμα - PG 48, 955 - 956)

Πηγή:
 proskynitis.blogspot.gr

Άγιος Νεομάρτυς Δοσίθεος μητροπολίτης Ζάγκρεμπ, +1945.

 
Ο μητροπολίτης Ζάγκρεμπ Δοσίθεος γεννήθηκε το 1877, χειροτονήθηκε το 1899 και έγινε επίσκοπος Νίς το 1913. Τοποθετήθηκε στη μητρόπολη Ζά­γκρεμπ το 1933. Όταν τα κατοχικά στρατεύματα έφθασαν στο Ζάγκρεμπ οι Ούστασι ζήτησαν το βασανισμό και εξευτελισμό του.

 
Κατόπιν εκδιώχθηκε για το Βελιγράδι. Από τις κακουχίες α­σθένησε βαριά και εκοιμήθη στις 31 Δεκεμβρίου/13 Ιανουαρίου 1945 στη Μονή των Еισοδίων της Θεοτόκου στο Βαβεντένιε οπού και ετάφη.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

"Θεωρητικόν" Οσίου Θεοδώρου, επισκόπου Εδέσσης!

 http://www.impantokratoros.gr/dat/6FC804F5/[el]image1.png?636185410059128750
 
Σύντομη βιογραφία.
 
Ο άγιος πατέρας μας Θεόδωρος έζησε στα χρόνια της βασιλείας τού Ηρακλείου και τού Κωνσταντίνου τού Πωγωνάτου, γύρω στο 660 μ.Χ. Πρώτα αγωνίστηκε τον ασκητικό βίο στη μονή τού αγίου Σάββα· ύστερα, με την ψήφο τού Θεού ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της πόλεως Εδέσσης. Έκανε πολλά θαύματα και όσο ζούσε και μετά το θάνατο, και με τις θείες διδασκαλίες του έκανε πολλούς μάρτυρες τού Χριστού και πολλούς να σωθούν και στις 19 Ιουλίου απήλθε στις αιώνιες μονές, όπως αναφέρεται στο βίο του που περιέχεται στο βιβλίο «Καλοκαιρινή». Δεν γνωρίζομε με ακρίβεια αν άφησε και άλλα συγγράμματα· όμως αυτά τα 100 κεφάλαια που φιλοπόνησε, εγκρίθη­καν να συμπεριληφθούν στη συλλογή των νηπτικών. Γιατί παρέχουν πλούσιο τον καρπό της ιερής νήψεως και της πνευματικής ωφέλειας σε κείνους που τα διαβάζουν με επιμέλεια. Και όσοι επιθυμείτε τη σωτηρία σας, ελάτε και θερίστε άφθονα.

Στο τέλος των κεφαλαίων αυτών έχει προστεθεί και το «Θεωρητικό» που επιγράφεται με το όνομα τού Θεοδώρου. Βλέποντας ότι αυτό ακολουθεί τον ίδιο νηπτικό χαρακτήρα και έχει την ίδια έκφραση τού λόγου με τα 100 κεφάλαια, όπως και από άλλα εύλογα σημάδια, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι είναι γνήσιο έρ­γο τού ίδιου Θεοδώρου.
 
Εισαγωγικά σχόλια.
 
Ο «Θεωρητικός», είναι λόγος α­σκητικός μεν, αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα θεωρίας και θείου έρωτος. Ελέχθη ότι τα θέματα αυτά αναπτύχθηκαν τον δέκατο τέταρτο αιώνα και γι’ αυτό αμφι­σβητήθηκε η πατρότητα του «Θεωρητικού». Νομίζομε, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν ευσταθεί, γιατί μέχρι τον έβδομο αιώνα τα θέματα αυτά είχαν αναπτυχθεί όχι μονάχα από τους Καππαδόκες, τους Αλεξανδρινούς και τους ασκητικούς Πατέρες, αλλά πλούσιο υλικό και ιστορικούς ερεθισμούς πρόσφερε προ των Νεοπλατωνικών και αυτός ο Ιουδαίος Φίλων. Αφήνομε το πόσον επέδρασαν στους αγίους Πατέρες κατά τα μέσα του έκτου αιώνα τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, που έδωσαν με­γάλη ώθηση στον θεωρητικό βίο και στη φιλολογία περί θείου έρωτος.
 
Το «Θεωρητικό» είναι μια πλήρης έκθεση των προϋποθέσεων της θεώσεως, μέ­σα στην οποία σημαντική θέση κατέχει ο θεωρητικός τρόπος ζωής, ως συνεχής α­νάταση του νου εις τα νοητά, φυσικά με προσευχή και τη λοιπή παραδοσιακή α­σκητική αγωγή. Η θεωρία των νοητών οδηγεί εις τον έρωτά τους και επόμενους τα γήινα λησμονούνται. Χωρίς να πρόκειται για ένα πνευματικό μονοφυσιτισμό, η ψυχή νοεροποιούμενη ευρίσκει την απόλυτη μακαριότητά της στο χώρο των νοη­τών, όπου ο Χριστός, ο αγγελικός διάκοσμος και τα μακάρια πνεύματα, καταλαμπόμενα από τις ακτίνες του ακτίστου φωτός και πλέοντα στο κτιστό φως της πρε­σβυτέρας κτίσεως.
 
Ο όσιος Θεόδωρος —εάν είναι αυτός ο πατήρ του «Θεωρητικού»—, γνωρίζει αρκετά την γραμματεία περί θείου φωτός, περί πνευματικής θεωρίας, περί της α­ξίας του νου και των φυσικών και υπερφυσικών κινήσεών του, καταφάσκει στις σωματικές αισθήσεις, αλλά συνιστά την υπέρβασή τους, αναλύει την ανθρωπολογι­κή σύνθεση και τις δυνατότητες του πιστού, δίδει το προβάδισμα στην αγαθή βού­ληση για ανάβαση του νου στον Θεό και γενικώς, αναπτύσσει παραδοσιακώς την πατερική διδασκαλία για την πνευματική τελείωση.
 
Το «θεωρητικό» συνοψίζει βαθειές και πυκνές εμπειρίες και προϋποθέτει πλού­σια χάρη, μεγάλο και ελλαμπόμενο νου και υψηλή θεολογική γνώση, και φαίνεται, ότι μάλλον έχει γραφεί στην περίοδο του μονασμού του παρά στον καιρό της ποι­μαντικής του δράσεως, αφού είναι προορισμένο να διδάξει τους μοναχούς για τη θεωρητική ζωή, όχι βέβαια στην εκδοχή των φιλοσόφων.
 
Πόσο μεγάλος είναι ο αγώνας να σπάσει ο άνθρωπος τον γερό αυτό δεσμό και να ελευθερωθεί από τη λατρεία της ύλης και να αποκτή­σει την έξη των καλών! Χρειάζεται πράγματι γενναία και ανδρεία ψυχή για να ξεμακρύνει από την ύλη. Εκείνο που φροντίζομε δεν είναι μόνο η κάθαρση από τα πάθη, γιατί αυτό δεν είναι κυρίως αρετή, αλλά προπαρασκευή αρετής. Χρειάζεται εκτός από την κάθαρση των κακών συνη­θειών, και η απόκτηση των αρετών.
 
Κάθαρση της ψυχής είναι, για μεν το λογιστικό μέρος της, η απαλλαγή και τέλεια εξάλειψη των γήινων και α­σταθών στοιχείων, εννοώ των βιοτικών φροντίδων και θορύβων και κακών κλίσεων, δηλαδή των αμαρτωλών συνηθειών για δε το επιθυμητικό, το να μη κινείται καθόλου προς την ύλη, μήτε να αποβλέπει στην αίσθηση, αλλά να είναι πειθήνιο στο λογικό. Για το θυμικό, ακολούθως, το να μην ταράζε­ται ποτέ για όσα συμβαίνουν. Μετά την κάθαρση αυτή και τη νέκρωση ή διόρθωση των χειρότερων δυνάμεων, χρειάζεται και η ανάβαση και η θέωση. Γιατί πρέπει, αφού αφήσει κανείς το κακό, να πράξει το αγαθό108, κι α­κόμη να απαρνηθεί πρώτα τον εαυτό του και αφού σηκώσει το σταυρό του, να ακολουθεί τον Κύριο109 προς την υπέρτατη κατάσταση της θεώσεως.
 
Ποια είναι η ανάβαση και η θέωση; Για το νου, η τελειότατη γνώση των όντων και Εκείνου που είναι πάνω από τα όντα, όσο αυτό είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση. Για τη βούληση, η ολοκληρωτική και συνεχής τάση και κίνηση προς το Πρώτο Καλό. Για το θυμικό, η πολύ δραστήρια και πο­λύ πρακτική κίνηση προς το ποθητό, η ακούραστη και ανυποχώρητη, που δεν την ανακόπτει καμιά δυσκολία που παρουσιάζεται, αλλά προχωρεί πα­ράφορα και χωρίς επιστροφή. Τόσο πιο σφοδρή πρέπει να είναι η προς τα καλά κίνηση της ψυχής, από την κίνηση προς τα κακά, όσο ανώτερα είναι τα νοητά κάλλη από τα αισθητά. Και τόσο μόνο να ενδιαφέρεται για τη σάρκα, όσο φτάνει για τη συντήρησή της και τον πορισμό των αναγκαίων για την ύπαρξη, ώστε να μην καταστραφεί βίαια το ζωντανό σώμα. Αυτά να τα αποφασίσει κανείς είναι ευκολότατο· να τα πράξει όμως, πολύ πιο κοπιαστικό. Γιατί δεν ξεριζώνονται χωρίς κόπο οι δυσκολοκίνητες εκείνες έ­ξεις της ψυχής, ούτε βέβαια η απόκτηση της γνώσεως γίνεται χωρίς ιδρώ­τα. Αλλά και το να ατενίζει κανείς και να τείνει διαρκώς προς την μακάρια θεία φύση, κατορθώνεται με πολλούς κόπους και σε πολύ χρόνο, μέχρις ό­του να συνηθίσει η βούληση να ακολουθεί αυτή την τάση. Και χρειάζεται πολλή αντίσταση του νου στην αίσθηση που τον τραβά προς τα κάτω, και αυτή είναι η πάλη και η μάχη προς το σώμα, η οποία δεν έχει διάλειμμα ως το θάνατο, και αν ακόμη φαίνεται ότι λιγόστεψε από το μαρασμό του θυμού και της επιθυμίας και την υποδούλωση της αισθήσεως στην υπέρτερη γνώση του νου.
 
Πρέπει όμως να σημειωθεί τούτο˙ ότι η ψυχή που δεν φωτίστηκε με το βάπτισμα, επειδή δεν είναι φυσικό να βοηθείται από το Θεό, ούτε να καθαρθεί γνήσια μπορεί, ούτε προς το θείο φως να υψωθεί, όπως είπαμε. Γιατί όσα ειπώθηκαν, πρέπει να θεωρούμε ότι ειπώθηκαν για τους πιστούς. Αλλά για μεγαλύτερη διασάφησή τους, πρέπει να πούμε λίγα για τη διαφορά της γνώσεως.
 
Η γνώση είναι κατά φύση και υπέρ φύση. Και η δεύτερη θα γίνει φανε­ρή από την πρώτη. Κατά φύση λέμε τη γνώση που αποκτά η ψυχή περί της κτίσεως από την έρευνα και την αναζήτηση, μεταχειριζόμενη τα φυσικά μέ­σα και τις δυνάμεις, όσο δηλαδή είναι εφικτό στην ψυχή που είναι δεμένη με την ύλη. Γιατί όπως έχει λεχθεί στα περί αισθήσεως και φαντασίας και νου, αμβλύνεται η ενέργεια του νου λόγω της ενώσεως και αναμίξεως με το σώμα. Ένεκα τούτου δεν μπορεί να έρθει σ' επαφή με τα νοερά, αλλά για να νοήσει έχει ανάγκη από τη φαντασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι ει­κονιστικός και ανήκει στην υλική διάσταση και την πυκνή υφή. Χρειάζονται λοιπόν στο νου που είναι μέσα σε σώμα, ανάλογες εικόνες για να μπορέσει να τα εννοήσει αυτά. Όση λοιπόν γνώση λάβει ένας τέτοιος νους με τη μέ­θοδο τη φυσική, που του είναι οικεία, αυτή τη γνώση τη λέμε φυσική.
 
Υπερφυσική όμως είναι η γνώση που έρχεται στο νου πέρα από τη φυσική του μέθοδο και δύναμη, όταν δηλαδή τα νοούμενα υπερβαίνουν τις δυνατό­τητες του νου που είναι ενωμένος με σώμα, ώστε να είναι γνώση που αρμό­ζει σε νου χωρίς σώμα. Αυτή η γνώση δίνεται μόνο από το Θεό, όταν βρει το νου να είναι πολύ καθαρμένος από κάθε υλική προσκόλληση και να κα­τέχεται από θείο έρωτα.
 
Δεν διαιρείται κατ' αυτόν τον τρόπο μόνον η γνώση, αλλά και η αρετή. Άλλη είναι η αρετή που δεν υπερβαίνει τη φύση, η οποία και λέγεται φυσική, και άλλη η αρετή η οποία πραγματοποιείται από το Πρώτο Καλό και η οποία είναι πάνω από τη φυσική δύναμη και κατάσταση, και την οποία εί­ναι πρέπον να ονομάσομε υπερφυσική. Και τη φυσική γνώση και αρετή μπορεί να την έχει και αφώτιστος (αβάπτιστος) άνθρωπος, ενώ την υπερφυ­σική, διόλου. Γιατί, πως να την έχει, αφού είναι αμέτοχος του αιτίου που την πραγματοποιεί; Ο φωτισμένος όμως μπορεί να τις έχει και τις δύο. Ή μάλλον την υπερφυσική αρετή δεν μπορεί διόλου να την αποκτήσει αν δεν αποκτήσει πρωτύτερα τη φυσική. Να μετέχει όμως στην υπερφυσική γνώση, χωρίς να έχει τη φυσική, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Αλλά πρέπει να γνωρίζομε και τούτο˙ ότι, όπως αίσθηση και φαντασία έχουν και τα άλογα ζώα, και τις έχει και ο άνθρωπος τις δυνάμεις αυτές, πολύ καλύτερες και υψηλότερες, έτσι και τις φυσικές αρετές και γνώσεις τις έχουν και οι δύο, αλλά απείρως καλύτερα και υψηλότερα τις έχει ο φωτισμένος από τον αφώτιστο.
 
Ακόμη η φυσική γνώση που αναφέρεται στις αρετές και τις αντίθετες με την αρετή συνήθειες, είναι και αυτή δύο ειδών η μία είναι ψιλό όνομα, όταν αυτός που φιλοσοφεί γι' αυτά, δεν έχει πείρα από τις καταστάσεις αυ­τές, και η οποία μερικές φορές διστάζει· η άλλη είναι έμπρακτη και —να πω έτσι— έμψυχη, όταν η γνώση βεβαιώνεται από την πείρα. Αυτή είναι σαφής και αξιόπιστη, χωρίς δισταγμό και αμφιβολία.
 
Έπειτα από αυτά, τέσσερα είναι εκείνα που εναντιώνονται στο νου σχετικά με την απόκτηση της αρετής.
 
Πρώτο, η συνήθεια των κακών έξεων, η οποία έχει λεχθεί ότι επιχειρεί να τον πείσει με τη μακρά συνήθεια να φέρεται προς τα γήινα.
 
Δεύτερο, η ενέργεια της αισθήσεως, η οποία φανερώνεται στα αισθητά κάλλη και σύρει μαζί της και το νου.
 
Τρίτο, η εξασθένηση της νοερής ενέργειας, την οποία έχει πάθει λόγω της ενώσεως του με το σώμα. Γιατί δεν ανταποκρίνεται ο νους στο νοητό όπως η δράση στο ορατό και γενικώς όπως η αίσθηση στο αισθητό· λέγοντας νου εννοώ το νου της ψυχής, η οποία βρίσκεται ακόμη στο σώμα. Επειδή οι άυλοι Νόες εντονότερα αντιλαμβάνον­ται τα νοητά από ό,τι τα ανθρώπινα μάτια τα ορατά. Αλλά όπως η ελαττωματική όραση δεν αποτυπώνει σαφή και καθαρά είδωλα από τα ορατά, αλλά συγκεχυμένα και ασαφή, έτσι και ο νους μας αντιλαμβάνεται τα νοη­τά. Καθώς δεν μπορεί να παρατηρεί καθαρά τα νοητά κάλλη, δεν μπορεί ούτε να τα ποθεί —γιατί κατά το μέτρο της γνώσεως είναι και το μέτρο της επιθυμίας—, και ταυτόχρονα παρασύρεται προς τα αισθητά κάλλη, γιατί τα βλέπει με μεγαλύτερη διαύγεια˙ επειδή είναι ανάγκη να είναι γεμάτος πάντοτε από ένα που του φαίνεται καλό, είτε είναι όντως καλό, είτε όχι.
 
Τέταρτο, ο επηρεασμός από τους ακάθαρτους και μισάνθρωπους δαίμονες, οι οποίοι στήνουν παγίδες —δεν μπορούμε να υπολογίσομε πόσες και ποιου είδους— αλλοίμονο, σε όλα τα σημεία του δρόμου, για τις ψυχές, με κάθε μέσο και τρόπο, με τις αισθήσεις, με τα λόγια, με το νου, με όλα όσα υπάρ­χουν, μπορούμε να πούμε. Από αυτούς, αν Εκείνος που σήκωσε στον ώμο Του το πλανώμενο πρόβατο110 δεν έκανε με την άπειρη φροντίδα Του ανώ­τερους εκείνους που βλέπουν προς Αυτόν, δεν θα διέφευγε ποτέ καμιά ψυχή.
 
Για να αποφύγομε λοιπόν όλα αυτά, χρειαζόμαστε τρία πράγματα.
 
Πρώτο και μέγιστο, να βλέπομε ολόψυχα προς το Θεό, και από Αυτόν να ζητούμε βοήθεια, αφού Του αναθέσομε όλη την ελπίδα μας, πιστεύοντας απολύτως ότι αν Εκείνος δεν βοηθήσει, αναπόφευκτα θα μας πάρουν αυτοί που τραβούν από το άλλο μέρος.
 
Δεύτερο, το οποίο νομίζω προξενεί και το πρώτο, είναι η συνεχής τροφή του νου με γνώση. Γνώση εννοώ τη θεωρία όλων των όντων, αισθητών και νοητών, πώς είναι αυτά καθ' εαυτά και πώς σχετίζονται με την πρώτη Αρχή, καθώς από αυτήν προέρχονται και σ' αυτήν αναφέρονται· και επιπλέον τη θεωρία τού Αιτίου των όντων όπως την αποκτούμε, όσο μας είναι δυνατό, γνωρίζοντας τις ενέργειες και τις ιδιότητες Του. Είναι πρόξενο πολλής καθάρσεως το να εξετάζομε με μεγάλη επιμέλεια τις φύσεις των όντων και αυτό μας απαλλάσσει από την εμπαθή προς αυτά διάθεση και την απάτη που είναι γύρω άπ' αυτά και μας ανυψώ­νει πάρα πολύ προς την Αρχή των όλων, και από τα ωραία και θαυμαστά και μεγάλα, μας κάνει να βλέπομε σαν σε καθρέφτη το Κάλλιστο και Θαυμαστότατο και Μέγιστο ή μάλλον Εκείνο που υπερβαίνει κάθε κάλλος και θαυμασιότητα και μέγεθος. Όταν πάντοτε η διάνοια ασχολείται με αυτά, δεν είναι δυνατό να μην ποθήσει το όντως αγαθό· γιατί αν έλκεται από αυ­τό που της είναι ξένο, πολύ περισσότερο θα πάει προς το οικείο. Και όταν τ' αγαπήσει αυτά η ψυχή, πως θα ανεχθεί να ασχολείται με επιμονή με τα γήινα και μ' εκείνα που την αποτραβούν από το αγαπώμενο; Άλλ’ ακόμη και αυτή η ζωή θα της φαίνεται δυσάρεστη γιατί αποτελεί εμπόδιο για τα καλά. Γιατί κι αν, όπως είπαμε, ο νους ο συνδεδεμένος με την ύλη θεωρεί αμυδρά τη νοητή καλλονή, ωστόσο τα νοητά αγαθά είναι τέτοια και τόσο μεγάλα, ώστε και μια μικρή σταλαγματιά και μια θαμπή φανέρωση τού ωκεάνιου εκείνου κάλλους, μπορεί να πείσει το νου να πετάξει πάνω άπ' όλα τα αισθητά και προς τα νοητά μόνο να στραφεί και να μη δέχεται να απο­χωρεί από την απόλαυση τους, ο,τιδήποτε λυπηρό και αν τού συμβεί.
 
Τρίτο, πρέπει να υπάρχει επιπλέον η νέκρωση του σώματος που είναι συνδεδεμένο μαζί του. Αλλιώς είναι αδύνατο να δέχεται τις φανερώσεις εκείνες σαφείς και ευδιάκριτες. Το σώμα νεκρώνεται με τη νηστεία, την αγρυπνία, τη χαμαικοιτία, με σκληρά τα απαραίτητα ενδύματα, με τους πόνους και τους κόπους. Έτσι νεκρώνεται η σάρκα, ή μάλλον συσταυρώνεται με το Χριστό˙ και γίνεται λεπτή και καθαρή και ελαφρή και ευκίνητη και έτσι ακολουθεί εύκολα τις κινήσεις του νου και δεν εναντιώνεται, αλλά ανυψώνεται μαζί με το νου που πετά ψηλά· ώστε χωρίς τη νέκρωση αυτή, κάθε επιμέλεια είναι μάταιη.
 
Αυτή η σεβάσμια τριάδα, όταν συγκροτηθεί με την αρμονική συνύπαρξη των τριών που αναφέρθηκαν παραπάνω, γεννά μέσα στην ψυχή τον κύκλο των μακαρίων αρετών. Γιατί είναι αδύνατο σ’ εκείνους που είναι στολισμέ­νοι με αυτά τα τρία, ή να βρεθεί ίχνος κακίας ή να απουσιάζει κάποια αρε­τή. Αλλά ίσως να θλίβει το λογικό η απόρριψη των χρημάτων, ή η περι­φρόνηση της δόξας, γιατί έως ότου είναι η ψυχή δεμένη με αυτά, πληγώνε­ται από πολλά πάθη. Και εγώ βεβαιώνω επιμόνως ότι είναι αδύνατο να πε­τάξει ψηλά η ψυχή που είναι προσηλωμένη στον πλούτο και στη δόξα. Ούτε και είναι δυνατό να επιμένει σ' αυτά η ψυχή, όταν έχει αθληθεί αρκετά στα τρία που είπαμε, ώστε να της γίνουν συνήθεια. Γιατί αν η ψυχή γνωρίζει ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά καλό, εκτός από τον ύψιστο Θεό κι είναι πε­πεισμένη ότι από τα άλλα, όσο πιο όμοιο είναι κάτι με το Πρώτο Καλό, τό­σο ωραιότερο είναι, πως θα αγαπήσει ή θα δεχτεί άργυρο ή χρυσό ή κάτι άλλο γήινο; Τα ίδια λέω και για τη δόξα.
 
Αλλά δεν εξαιρούνται από το λόγο και οι φροντίδες, οι οποίες κυρίως κρατούν κάτω τον άνθρωπο. Για ποιο πράγμα θα φροντίσει εκείνος που δεν παθαίνεται για κανένα γήινο και δεν στρέφεται σ' αυτά; Γιατί το νέφος των φροντίδων σχηματίζεται από τις αναθυμιάσεις, ας πούμε, των βασικών πα­θών, εννοώ τη φιληδονία, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία· ώστε ο ελεύθε­ρος από τα πάθη αυτά, είναι και ξένος από φροντίδες. Αλλά ούτε η φρόνη­ση, που θεωρείται συμπλήρωμα της σοφίας και είναι η πιο ισχυρή δύναμη από όσες σηκώνουν τον άνθρωπο προς τα επάνω, λείπει άπ’ αυτά που είπα­με. Γιατί στη γνώση των αρετών συμπεριλαμβάνεται και η ακριβέστατη διάκριση του καλού και του κακού, για τα οποία απαιτείται προπαντός φρόνηση. Τους τρόπους της χρησιμοποιήσεως και της πάλης, θα διδάξει η πείρα και η εναντίον του σώματος πάλη.
 
Δε θα παραλείψομε να κάνομε λόγο και για το φόβο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο θείος έρωτας, τόσο μεγαλώνει μαζί και ο φόβος. Γιατί όση είναι η ελπίδα να επιτύχομε το Αγαθό (η οποία κεντά τους πληγωμένους από το θείο έρωτα περισσότερο από τις απειλές μυρίων κολάσεων, γιατί το να επι­τύχομε το Αγαθό προξενεί μακαριότητα), τόσος είναι και ο φόβος να το χάσομε, πράγμα που είναι αθλιότατο. Για να συνεχιστεί ο λόγος μας, ας εξετάσομε το σκοπό. Γιατί θεωρείται ότι στο κάθε τι, ο σκοπός του είναι που καθορίζει και τη διαίρεση των επιμέρους στοιχείων και την διάταξη αυτών. Σκοπός λοιπόν της ζωής μας είναι η μακαριότητα, η οποία ταυτίζεται με τη βασιλεία των ουρανών ή του Θεού. Αυτό σημαίνει, όχι μόνο να βλέπομε την βασιλικότατη, ας πούμε, Τριάδα, αλλά επιπλέον να δεχόμαστε την έκ­χυση της θείας χάρης και να πάσχομε, κατά κάποιο τρόπο, τη θέωση· και ό,τι ελλιπές ή ατελές έχομε μέσα μας, να αναπληρώνεται και να τελειο­ποιείται με την έκχυση της χάρης. Και αυτό είναι η τροφή των νοερών υ­πάρξεων, η αναπλήρωση των ελλείψεων με αυτή την έκχυση της χάρης. Και είναι ένας κύκλος αιώνιος που αρχίζει από ένα σημείο και καταλήγει στο ίδιο. Γιατί όσο κανείς νοεί, τόσο και επιθυμεί˙ και όσο επιθυμεί, τόσο α­πολαμβάνει· και όσο απολαμβάνει, τόσο περισσότερο νοεί και αρχίζει πάλι την ακίνητη κίνηση, ή αλλιώς την ακίνητη ακινησία. Αυτός είναι ο σκοπός μας, όσο μας είναι εφικτό να εννοήσομε˙ ας εξετάσομε πως θα φτάσομε σ' αυτόν.
 
Στις λογικές ψυχές που είναι νοερές ουσίες και λίγο μόνο κατώτερες από τους αγγέλους, ο παρών βίος έχει δοθεί ως αγώνας και τόπος όπου γίνε­ται προσπάθεια για τη νίκη. Έπαθλο είναι η θεία κατάσταση που αναφέραμε, δώρο αντάξιο της θείας αγαθότητας και δικαιοσύνης, από τη μία, γιατί φαίνεται ότι από τους κόπους του κερδίζει κανείς αυτά τα αγαθά, κι από την άλλη, γιατί η αφθονοπάροχη θεία δύναμη υπερνικά κάθε κόπο. Άλλω­στε και το να μπορεί κανείς και το να πράττει το αγαθό, είναι δώρο τού Θεού.
 
Ποιος λοιπόν είναι ο εδώ αγώνας; Η λογική ψυχή έχει ενωθεί με σώμα όμοιο με των ζώων, που έχει την ύπαρξη από τη γη και στρέφεται προς τα κάτω. Και έχει τόσο ενωθεί η ψυχή με το σώμα, ώστε να γίνει ένα από αυ­τά τα δύο τελείως αντίθετα, χωρίς μεταβολή —προς Θεού— ή σύγχυση των μερών, αλλά από τα δύο φυσικά μέρη να γίνει μία υπόσταση με δύο τέλειες φύσεις. Έτσι λοιπόν σύνθετος από δύο διαφορετικές φύσεις ο άνθρωπος, ενεργεί εκείνα που ανήκουν στην κάθε μία φύση. Και τού σώματος αρμόδιο είναι να αποβλέπει προς τα όμοιά του. Ο έρωτας αυτός προς τα όμοια είναι φυσικός στα όντα, γιατί δήθεν βοηθείται από αυτόν η ύπαρξή τους με τη συμβίωση και τη συναναστροφή με αυτά και η απόλαυση αυτών με την αί­σθηση. Ακόμη επειδή είναι βαρύ το σώμα, αγαπά την άνεση. Στη ζωώδη φύση, αυτά είναι κατάλληλα και αγαπητά. Στη λογική όμως ψυχή, επειδή είναι νοερή ουσία, φυσικά και επιθυμητά είναι τα νοητά και η απόλαυσή τους μέσω της νοήσεως. Προπάντων ο έρωτας προς το Θεό είναι εκ φύσεως ριζωμένος μέσα της. Και θέλει να απολαμβάνει το Θεό και τα άλλα νοητά, δεν μπορεί όμως να το κάνει αυτό ανεμπόδιστα.
 
Ο πρώτος άνθρωπος (ο Αδάμ) μπορούσε ανεμπόδιστα να εννοεί και να απολαμβάνει τα νοητά με το νου, όπως και τα αισθητά με την αίσθηση. Είχε όμως χρέος να ασχολείται όχι με τα χειρότερα, αλλά με τα ανώτερα. Καθώς μπορούσε να κάνει και τα δύο, στο χέρι του ήταν να βρίσκεται είτε με τα νοητά μέσω του νου, είτε με τα αισθητά μέσω της αισθήσεως. Δε λέω ότι ο Αδάμ δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί την αίσθηση (γιατί δεν έφερε μά­ταια το σώμα)· λέω ότι δεν έπρεπε να προσκολλάται στα αισθητά, αλλά βλέποντας την ομορφιά τους, να οδηγείται προς το Δημιουργό τους. Και στο εξής να απολαμβάνει το Θεό με θαυμασμό, έχοντας διπλές αφορμές να θαυμάζει τον Κτίστη. Όχι όμως να προσκολληθεί στα αισθητά και αυτά να θαυμάζει και όχι το Δημιουργό τους, παραμελώντας το νοητό κάλλος. Τέ­τοιος λοιπόν πλάστηκε ο Αδάμ. Αφού όμως έκανε κακή χρήση της αισθήσεως, θαύμαζε το -αισθητό κάλλος· του φάνηκε ο καρπός ωραίος στην δράση και καλός στη γεύση111, έφαγε άπ' αυτόν και άφησε την απόλαυση των νοητών. Γι' αυτό ο δίκαιος Κριτής, κρίνοντας τον ανάξιο, αφαίρεσε από αυ­τόν τη θεωρία εκείνων που καταφρόνησε, δηλαδή του Θεού και των όντων, και έβαλε σκότος για να του αποκρύψει τον εαυτό Του112 και τις άυλες ου­σίες. Γιατί δεν έπρεπε να αφήνονται τα άγια στους βέβηλους. Και εκείνα τα οποία πόθησε, αυτά τού άφησε να απολαμβάνει, δηλαδή να ζει με την αί­σθηση και με ελάχιστα ίχνη των θείων στο νου του.
 
Από τότε ο αγώνας μας για τα γήινα έγινε βαρύτερος, γιατί δεν έχομε την εξουσία να απολαμβάνομε τα νοητά, όπως τα αισθητά με την αίσθηση, αν και με το βάπτισμα βοηθούμαστε πάρα πολύ, επειδή καθαριζόμαστε και υψωνόμαστε. Αλλά, όσο είναι δυνατόν πρέπει να ασχολούμαστε με τα νοη­τά και όχι με τα αισθητά, και εκείνα να θαυμάζομε και να θέλομε. Από τα αισθητά, κανένα να μη θαυμάσομε καθ' εαυτό, ούτε να θελήσομε να απολαύσομε. Πραγματικά, καμιά αξία δε φαίνεται να έχουν σε σχέση προς τα νοητά. Όσο πιο θαυμαστή είναι η ουσία των νοητών από την ουσία των αι­σθητών, τόσο και το κάλλος των νοητών είναι πιο θαυμαστό από το κάλλος των αισθητών. Να ποθήσει κανείς τώρα πιο πολύ το χειρότερο από το ω­ραιότερο και το ατιμότερο από το τιμητικότερο, ποια παραφροσύνη δεν υ­περβαίνει; Και αυτά για τα αισθητά και νοητά δημιουργήματα. Αλλά τι θα έλεγες όταν και από Εκείνον που είναι πάνω από αυτά, προτιμούμε την ά­μορφη και χωρίς κάλλος ύλη;
 
Αυτός λοιπόν είναι ο αγώνας, να προσέχομε τους εαυτούς μας με πολλή ακρίβεια, για να απολαμβάνομε πάντοτε τα νοητά, υψώνοντας προς αυτά το νου και την επιθυμία, και ποτέ να μην εξαπατηθούμε από τα αισθητά, ώ­στε να παρασυρθούμε από κάτι αισθητό μέσω της αισθήσεως και να το θαυ­μάσομε αυτό καθ' εαυτό. Αν είναι κάτι που πρέπει να χρησιμοποιήσομε και την αίσθηση, αυτό είναι για να αντιλαμβανόμαστε τον Κτίστη από τα κτί­σματα, βλέποντας μέσα σ' αυτά Εκείνον, όπως βλέπομε μέσα στο νερό τον ήλιο. Επειδή υπάρχουν στα όντα εικόνες του Πρώτου Αιτίου όλων όσο εί­ναι δυνατόν σ' αυτά. Αυτό λοιπόν είναι το κατόρθωμα. Ας σκεφτούμε πως θα το κατορθώσομε. Είπαμε λοιπόν ότι το σώμα επιθυμεί να απολαμβάνει τα συγγενή με αυτό, μέσω της αισθήσεως, πράγμα που είναι αντίθετο με την πρόθεση της ψυχής, και όσο πιο πολύ δυναμώνει το σώμα, τόσο περισ­σότερο επιθυμεί. Γι' αυτό ας φροντίσει η ψυχή να βάλει χαλινό σε όλες τις αισθήσεις, για να μην απολαύσομε τα αισθητά. Επειδή όταν είναι πιο ρω­μαλέο το σώμα, περισσότερο ορμά˙ και περισσότερο ορμώντας, γίνεται α­κράτητο· γι' αυτό η ψυχή, δύσκολα φροντίζει να το νεκρώσει με νηστείες, α­γρυπνίες, ορθοστασίες, χαμαικοιτίες, αλουσία και με κάθε άλλη κακοπάθεια, ώστε να καταμαράνει τη δύναμή του για να το έχει ήμερο και πειθήνιο στις νοερές πράξεις της. Αυτό είναι που έχομε να κατορθώσομε. Επειδή όμως αυτά είναι ευκολότατο να τα υποσχεθούμε, δύσκολο όμως να τα εφαρμόσομε, και είναι πολύ περισσότερα τα σφάλματα από τα κατορθώματα ακόμη και αν προσέχει κανείς πάρα πολύ, γιατί συχνά η αίσθηση εξαπατά, γι’ αυ­τό έχει επινοηθεί και τρίτο φάρμακο, η προσευχή και τα δάκρυα.
 
Η προσευχή περιέχει ευχαριστία για όσα καλά μας έχουν δοθεί, και αίτηση συγχωρήσεως των αμαρτημάτων και ενισχυτικής δυνάμεως για το μέλλον γιατί χωρίς τη θεία βοήθεια, όπως προείπαμε, τίποτε δεν μπορεί να κατορθώσει η ψυχή. Επίσης, οδηγεί στην ένωση με τον ποθούμενο Θεό και την απόλαυσή Του, και την ολοκληρωτική κλίση της βουλήσεως προς Αυ­τόν το να πείσομε τη βούληση να επιθυμεί αυτά όσο το δυνατόν πιο πολύ, είναι το μεγαλύτερο μέρος του κατορθώματος. Και τα δάκρυα πάλι έχουν μεγάλη δύναμη. Γιατί εξιλεώνουν τον Κύριο για τα σφάλματά μας και μας καθαρίζουν από τις κηλίδες που αποκτήσαμε από την αισθητή ηδονή και δί­νουν φτερά προς τον ουρανό στην επιθυμία μας. Και αυτά έτσι είναι. Το κα­τόρθωμα λοιπόν είναι η θεωρία των νοητών και ο τέλειος πόθος τους. Για να το πετύχομε αυτό, χρειάζεται η δουλαγώγηση τού σώματος, μέρη της ο­ποίας είναι η νηστεία, η σωφροσύνη και άλλα, που γίνονται όλα γι' αυτό το σκοπό. Και για να πετύχομε αυτά, και μαζί μ' αυτά, χρειάζεται η προσευχή, και το καθένα από αυτά μοιράζεται σε πολλά μέρη· γιατί όπως αυτά χρειάζονται για άλλα, έτσι και γι' αυτά χρειάζονται άλλα.
 
Κανείς να μη νομίζει ότι η φιλοδοξία και η φιλαργυρία αφορούν στο σώμα. Μόνον η φιληδονία αφορά στο σώμα, η οποία βρήκε κατάλληλο φάρμακο την κακοπάθεια του σώματος. Οι άλλες δύο κακίες που είπαμε, είναι γεννήματα της άγνοιας. Γιατί η ψυχή υιοθετεί τα νόθα από έλλειψη εμπειρίας των πραγματικά καλών και από άγνοια των νοητών. Με τον πλούτο νομίζει ότι παρηγορεί τη φτώχεια· συγχρόνως όμως ο πλούτος επι­διώκεται για φιληδονία και για φιλοδοξία, και καθ’ εαυτόν, σαν να ήταν κάποιο καλό. Αυτό συμβαίνει από άγνοια των πραγματικά καλών. Η φιλο­δοξία δεν οφείλεται στην ανάγκη του σώματος —γιατί δεν εξυπηρετεί διόλου το σώμα— αλλά στην απειρία και την άγνοια του Πρώτου Καλού και της αληθινής δόξας· αιτία αυτής και γενικά ρίζα όλων των κακών, είναι η ά­γνοια. Γιατί δεν γίνεται, εκείνος που εννόησε σωστά τη φύση των πραγμά­των, από που προήλθε το καθένα και που καταλήγει, κατόπιν να περιφρο­νήσει το σκοπό του και να στραφεί στα γήινα˙ γιατί η ψυχή δεν επιθυμεί εκείνο που φαινομενικά είναι καλό. Και αν τυραννείται από τη συνήθεια, μπορεί κάλλιστα να νικήσει και τη συνήθεια. Αλλά όταν ακόμη υπήρχε η συνήθεια, ξεγελιόταν από την άγνοια. Επομένως πρέπει να φροντίσει για το πρώτο-πρώτο αγαθό, και να αποκτήσει ορθή ιδέα περί των όντων, και ακο­λούθως να δώσει φτερά στη βούληση για να πετάξει προς το Πρώτο Αγα­θό, να καταφρονήσει όλα τα παρόντα και να πληροφορηθεί για τη μεγάλη ματαιότητα τους. Γιατί, τι μας βοηθούν στο σκοπό μας;
 
Και για να συνοψίσω, ένα μόνο είναι το έργο της λογικής ψυχής μέσα στο σώμα, να επιθυμεί τον τελικό της σκοπό. Και. επειδή η ενέργεια της βουλήσεως, χωρίς νόηση, είναι ακίνητη, γι' αυτό προσλαμβάνομε τη νοερή ενέργεια. Η νόηση είναι είτε για χάρη της βουλήσεως, είτε και για τον εαυτό της και για τη βούληση· πράγμα που φαίνεται πιο σωστό. Γιατί η μακα­ριότητα, της οποίας όχι μόνον πρόξενος, αλλά και τύπος είναι η εδώ ζωή του αγωνιστή, έχει και τις δύο ενέργειες, και τη νόηση και τη βούληση, δη­λαδή αγάπη και πνευματική ηδονή. Είτε λοιπόν και οι δύο ενέργειες, είτε η μία είναι η κυριότερη, ας φιλοσοφήσουν όσοι θέλουν. Προς το παρόν δεχόμαστε και τις δύο ενέργειες. Και τη μία την ονομάζομε θεωρία, ενώ την άλ­λη, πράξη. Και είναι αδύνατο να συναντάται η μία χωρίς την άλλη, όταν μιλάμε για τις υψηλότατες αυτές ενέργειες. Σ’ εκείνες που είναι χαμηλότε­ρες και έρχονται ύστερα από αυτές, είναι ενδεχόμενο να συμβαίνει αυτό. Όσα εμποδίζουν τις ενέργειες αυτές ή οδηγούν στα αντίθετα, τα ονομάζομε κακίες. Όσα βοηθούν ή μας απαλλάσσουν από τα εμπόδια, τα ονομάζομε αρετές. Τις ενέργειες των αρετών τις ονομάζομε κατορθώματα. Τις ενέρ­γειες των κακιών τις ονομάζομε παραπτώματα και αμαρτήματα. Χαρακτηριστικό κάθε ενέργειας, είτε προς το χειρότερο, είτε προς το καλύτερο, είναι ο τελικός σκοπός προς τον οποίον αποβλέπει όποιος ενεργεί, και ο οποίος είναι ενέργεια σύνθετη από νόηση και βούληση.
 
__________________________
108. Ψαλμ. 33, 15.
109. Ματθ. 16, 24.
110. Λουκ. 15, 5.
111. Γεν. 3, 6. 112. Β' Βασ. 22, 12.

Πηγή: aktines.blogspot.gr

Η απόλυτη σύγχυση...

 
Ὁποιος ἀκόμη διατηρεῖ ἀμφιβολίες γιά τό μέλλον τῆς δυτικῆς κοινωνίας, ὅπως αὐτό προδιαγράφεται ἀπό τούς ἰδεολογικούς μηχανισμούς τῆς ἐξουσίας, μπορεῖ ἁπλῶς νά κοιτάξει τό ἐξώφυλλο τοῦ πρώτου γιά τό 2017 τεύχους τοῦ National Geographic.

Ἀφορᾶ τήν “ἐπανάσταση τοῦ φύλου” (ἤ τοῦ γένους) καί ἐμφανίζει ἕνα 9χρονο πρώην ἀγόρι ἀπό τίς ΗΠΑ πού “ἀπελευθερώθηκε” ἀπό τήν ἀρσενική του φύση μέ ἐπέμβαση! Ὅλα ὅσα ἀκούγονταν πρό ἐλαχίστων χρόνων ὡς ἀνέκδοτα ἤ παραδοξολογίες, εἶναι σήμερα πλέον πραγματικότητα κι ὄχι μόνο σέ 2-3 χῶρες σκανδιναβικές καί ἀγγλοσαξωνικές πού θεωροῦνται πιό “μπροστά”. Καί καμμία πολιτική πρόταση, γιά τήν Ἑλλάδα ἤ καί ἀλλοῦ, δέν ἔχει νόημα ἄν δέν ἀσχοληθεῖ μέ τοῦτο τό τρομερό πλῆγμα πού μεθοδεύει τό καθεστώς κατά τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Νά σκεφτοῦμε μόνο τί προοπτικές ἔχει ὁποιαδήποτε πολιτική πρωτοβουλία μεταξύ ἀτόμων πού δέν ἔχουν λυμένο οὔτε τό “θέμα” τοῦ …φύλου τους!

Πηγή: aktines.blogspot.gr

2016: Δυστυχώς, Χριστούγεννα χωρίς Χριστό.

Α] Χριστούγεννα προ Χριστού και χωρίς Χριστό.
 
Μερικοί ζούμε προ Χριστού ακόμη! Και εκτός Χριστού.
Κι ενώ στα ημερολόγια του κόσμου, σ΄ Ανατολή και Δύση, σημειώνεται π. Χ. και μ. Χ., δυστυχώς συνεχίζουν και υπάρχουν ακόμη άθεοι, ειδωλολάτρες, «ανθρωποφάγοι», εγκληματίες, τρομοκράτες, μάγοι και μάγισσες, σατανιστές, «γραμματείς και φαρισαίοι», βασανιστές, σαδομαζοχιστές, ο θηριώδης Ηρώδης και ο δειλός Πιλάτος, Σόδομα και Γόμορρα, κατακλυσμός αμαρτίας και ο στρατός του Αντιχρίστου.

Ειλικρινά είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος και να γίνει «μετά Χριστόν».
 
Για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξει ο άνθρωπος. Και για να αλλάξει ο άνθρωπος θέλει δουλειά πολλή. Αυτομεμψία και μαθητεία κοντά στο Χριστό.
 
Αυτά που λένε κοινωνιολόγοι και πολιτικοί, θεραπευτές και ανθρωπολόγοι, θρησκευτικοί αρχηγοί της συμφοράς και διαχειριστές της ανθρώπινης ζωής και συμπεριφοράς, ότι θα αλλάξουν, θα ομορφύνουν τον κόσμο, θα φέρουν ευημερία και ασφάλεια, ανάκαμψη και ανάπτυξη, πολιτισμική ισορροπία και ισότητα, θα «χαίρεται και θα γελάει ο κόσμος», αυτά είναι «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα».
 
Β] Αλλαγή προς το καλύτερο δε γίνεται χωρίς Χριστό.
 
Με τον Μωάμεθ και τον Βούδα δεν αλλάζει ούτε ο άνθρωπος ούτε ο κόσμος. Ούτε με τους μάγους, τους αστρολόγους και ωροσκόπους. Με τα δαιμόνια ο άνθρωπος και ο κόσμος δαιμονοποιούνται. Και η Αγ. Γραφή μας λέγει ότι «οι θεοί – δυστυχώς – των εθνών είναι δαιμόνια».
 
Για παράδειγμα, την Αφρική την κυβερνάνε οι μάγοι, την Ασία οι γκουρού και την Ανατολή οι ληστές και οι φονιάδες του Ισλάμ. Κάπου ανάμεσά τους χώνονται και οι άθεοι μαρξιστές, οι θεοποιημένοι ηγέτες και οι παράφρονες βασιλιάδες. Τι καλό να προέλθει από αυτούς σε επίπεδο ευτυχίας, ελευθερίας, σωτηρίας, αξιοπρέπειας και ποιοτικής ζωής του ανθρωπίνου προσώπου;
 
Πάλι η Γραφή λέγει: «τυφλός εάν οδηγή τυφλόν αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Τυφλοί οδηγούν τυφλούς. Τραγικοί τραγικούς. Ανελεύθεροι σκλάβους. Διεστραμμένοι σκορπούν δυστυχία και βουλιάζουν στο ψέμα και στο αίμα τον κόσμο.
 
Γ] Ο κόσμος για να αλλάξει θέλει την αλήθεια και τη χάρη του Χριστού. Θέλει το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία.
 
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι και η Χριστιανική Ευρώπη βουλιάζει μέσα στη διαστροφή και τη διαφθορά, στην εκμετάλλευση και στην παρανομία, στην ασπλαγχνία και τους εξοπλισμούς.
 
Ναι έτσι είναι, διότι η Ευρώπη είναι αιρετική. Και η αίρεση κατά τον απόστολο Παύλο είναι απώλεια, οι αιρετικοί συνειδητά ή ασυνείδητα είναι όργανα «άλλης δύναμης» και κατά τον άγιο Αγάθωνα «η αίρεση είναι χωρισμός από το Θεό και πνευματικός θάνατος». Η αλλοίωση στην πίστη αλλοιώνει και τη ζωή. Τη δηλητηριάζει.
 
Δ] Αλλά και μείς εδώ οι Ορθόδοξοι, που έχουμε την αλήθεια, το Ευαγγέλιο, το Άγιο Όρος, τους αγίους, είμαστε χριστιανοί και έχουμε ορθόδοξο χριστιανικό κράτος; 
 
Τι είδους Χριστιανοί είμαστε με χιλιάδες εκτρώσεις και βλασφημίες, με διαζύγια και μοιχείες, με κομπίνες και καταχρήσεις; Μπορεί να έχουμε τη σωστή πίστη και το λιμάνι της σωτηρίας, να γεμίζουμε τους ναούς χρονιάρες μέρες, αλλά ο άνθρωπος και κατ' επέκταση ο κόσμος δεν αλλάζουν διακοσμητικά, τηλεοπτικά, μαγικά, εθιμοτυπικά, δωροληπτικά, ταξιδιωτικά, εκδρομικά, απλώς φιλανθρωπικά και γλυκαντικά…
 
Ε] Πραγματικά Χριστούγεννα δε γίνονται χωρίς Χριστό. 
 
Και όταν λέμε Χριστούγεννα εννοούμε ο Χριστός να γεννηθεί στην καρδιά μας, να αναγεννηθούμε εν Χριστώ Ιησού, μυστηριακά και ευαγγελικά, εξομολογητικά και λειτουργικά.
 
Ας το πούμε καθαρά και ας το πάρουμε απόφαση: Χριστούγεννα, βλέποντας από μακριά τον Νεογέννητο Χριστό δεν γίνονται. Ή θα ζήσουμε σωστά και γνήσια την εν Χριστώ ζωή στη Βηθλεέμ της Εκκλησίας μας, όπως την λέει το Ευαγγέλιο, ή ας σταματήσουμε να κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους με φωτάκια και δεντράκια, με ελαφάκια και τραγουδάκια.
 
Ας γίνουμε επιτέλους άνθρωποι και όχι ανθρωπάκια.
 
Πηγή: Χριστιανική Εστία Λαμίας

Αναζητηση

Αναγνωστες